Actions

Work Header

ό,τι και να πεις θα έχεις δίκιο γιατί σ'αγαπώ

Summary:

Μετά την αποκάλυψη ότι Αντώνης και η Μάρθα έχουν έναν γιο τον οποίο του έκρυψε, την ρωτάει γιατί. Του δίνει μια απάντηση. Δεν είναι αληθινή.

μια σκηνή, ένας διάλογος

Notes:

Έγραψα το παρόν έργο-αριστούργημα μετά το επεισόδιο ''Μπαμπάδες στο τετράγωνο'' της 3ης σεζόν, όταν οι πληροφορίες για το θέμα της κρυφής εγκυμοσύνης δεν είναι πολλές. Την στιγμή που το γράφω, έχουμε δει την Μάρθα, μερικά επεισόδια πριν, να δείχνει στον μικρό Αντώνη τον μεγάλο Αντώνη και ο πρώτος να τον αναγνωρίζει ως μπαμπά του. Δεδομένου ότι ανυπομονώ να δω την συνέχεια, αλλά και ότι σκέφτομαι την σχέση αυτών των δυό χωρίς τέλος, ιδού. Πήρα μερικά artistic liberties και έκανα ό,τι ήθελα.

Work Text:

Δεν ήξερε πως να ξεκινήσει. Την είχε ξαναρωτήσει και το μόνο που είχε λάβει ως απάντηση ήταν μισόλογα και δικαιολογίες. Του είχε ζητήσει να μείνει μακριά - τι ανοησίες. Την ώρα που έβγαινε η απαίτηση από τα χείλη της, πίστευε αλήθεια πως θα μπορούσε ο Αντώνης να κρατηθεί μακριά;

Εκείνη πλέον απέφευγε την συζήτηση. Και αυτός όμως. Ο ερχομός του μικρού, αν και κεραυνός εν αιθρία, έφερε σε όλους ευτυχία. Σύγχυση μεγάλη, φυσικά, αλλά εκστατική χαρά πέρα από οτιδήποτε άλλο. Ήταν έξυπνος, γεμάτος φως, όμορφος, ταίριαξε εύκολα ως Αντωνόπουλος. Αυτό το γιατί όμως, έτρωγε τα σωθικά του Αντώνη.

Κάποια απροσδιόριστη στιγμή, η οικογένεια πήρε μια απόφαση. Ήταν περισσότερο ασυνείδητη, δεν λέχθηκε ποτέ, κι όμως όλα τα μέλη δεν κοίταξαν ποτέ στραβά την Μάρθα. Η αβεβαιότητα και τα ερωτηματικά δεν εγκατάλειπαν το μυαλό τους, αλλά κανείς τους δεν τα μοιράζονταν. Ίσως κάτι να ψιθύριζε ο Στέλιος στη Μαίρη πριν πέσουν για ύπνο, και ο Άγγελος μπορεί να εμπιστεύτηκε μερικές σκόρπιες σκέψεις στον Λούη, αλλά γενικότερα επικρατούσε σιγή ιχθύος. Κάτι περίμεναν, δίχως να ξέρουν τι.

 

Η Μάρθα και ο Αντώνης είναι στο υπογειάκι του Άγγελου. Τελευταία φορά που η είχε βρεθεί σε αυτόν τον χώρο η Μάρθα, ήταν όταν ήρθε να του μιλήσει για τον μικρό. Η ανάμνηση της φαίνεται πολύ μακρινή πια που ο κόσμος της είχε γυρίσει ανάποδα. Τώρα που είναι οι δυο τους, τώρα που κανείς τους δεν χρειάζεται να προσποιηθεί για κανέναν, ο Αντώνης αφήνεται στον θυμό του.

<< Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό για πολύ. Το ότι σε έχω αφήσει να υπεκφεύγεις και να λες ψέματα μέχρι τώρα δεν σημαίνει πως έχω ξεχάσει.>> Έχει τα χέρια του στη λεκάνη, και σε μια άλλη ζωή η Μάρθα θα τον κορόιδευε πως μοιάζει με θυμωμένη νοικοκυρά που κατσαδιάζει τον άντρα της γιατί άργησε να γυρίσει σπίτι. Τελικά λέει:

<<Όμορφο έκανε το δωμάτιο ο αδελφός σου. Ωραίο γούστο στη μουσική'' δείχνει τα ποστερς των queens και της blondie <<Εσύ του τα 'μαθες;>>

<<Όχι, όχι, Μάρθα, μην προσπαθείς να βρεις τρόπο να ξεφύγεις τη συζήτηση. Θέλω μια απάντηση, και την θέλω τώρα.>>

Ο τόνος του την κάνει να γυρίσει το κεφάλι απότομα και να τον κοιτάξει έντονα.

<<Θες; Απαιτείς; Έχεις δικαίωμα να απαιτείς νομίζεις; Δεν έχω κάτι να σου πω.>>

Πόσο ήθελε να βαρέσει το κεφάλι του στον τοίχο. Τα μηνίγγια του πονούσαν. Καμώθηκε πως το σκεφτόταν.

<< Για να δούμε, τι δικαίωμα έχω... Ίσως αυτό του πατέρα που δεν ήξερε για την ύπαρξη του γιου του επί δέκα χρόνια; Ή το ότι μου χρωστάς την αλήθεια>> η Μάρθα καγχάζει <<αν ποτέ σου νοιάστηκες για εμένα. Δεν ξέρω, πες μου εσύ. Εντυπωσίασέ με.>>

<<Με πολύ πυγμή υπερασπίζεσαι το δικαίωμά σου. Αλλά κάνεις λάθος. Δικός μου είναι. Μέσα μου μεγάλωσε, εγώ τον ανάθρεψα. Εγώ τον τρέχω στο νοσοκομείο και εγώ του διαβάζω πριν κοιμηθεί.>> Ξεστομίζει ό,τι έχει να πει, και ας ξέρει πως έχει άδικο. Στη θέση που βρίσκεται, δεν έχει πολλές επιλογές.

<<Και αυτά γιατί μου τα λες; Εγώ δεν θα τον πήγαινα στον γιατρό, εγώ δεν θα του μάθαινα να διαβάζει, εγώ δεν θα ήμουνα δίπλα του, αν ήξερα για την ύπαρξή του; Με κατηγορείς για ανεπάρκεια και απουσία όταν εσύ είσαι που μου στέρησες κάθε ευκαιρία να σου σταθώ.>>

<<Ναι, κάτσε να σε λυπηθώ κι όλας. Να με ευχαριστείς έπρεπε, που σου έσωσα τη ζωή. Γιατί μη ξεγελάς τον εαυτό σου, ακριβώς αυτό έκανα. Τι νομίζεις πως θα είχε γίνει, ε; Θα ένιωθες παγιδευμένος σε μια ζωή που δεν διάλεξες, και όσο και αν προσπαθούσες για το αντίθετο, όσο και αν έλεγες στον εαυτό σου πως έκανες το ορθό και το ηθικό, θα με σιχαινόσουν που σου έκλεψα τη ζωή. Θα με παντρευόσουν, και θα ήμασταν μαζί, και θα ονειρευόσουν κάθε βράδυ πώς θα ήταν η ζωή σου, αν δεν ήσουν παγιδευμένος σε έναν γάμο στα δεκαεννιά, με ένα παιδί να μεγαλώσεις. Θα σε κρατούσαμε στάσιμο επαγγελματικά, κοινωνικά.>> σταματάει και καταπίνει, αμήχανη και αβέβαιη. <<Δεν μπορούσα να σου το κάνω αυτό.>>

Ο Αντώνης βγάζει ένα πικρό γέλιο.

<<Δεν μπορούσες να μου το κάνεις; Και ποια ήταν η καλύτερη λύση που βρήκες; Να μου πεις ψέματα. Και με περιμένεις να σε πιστέψω. Όχι, εγώ θα σου πω τι έγινε. Όλες οι μαλακίες που λες, για μια παγιδευμένη ζωή, χωρίς διαφυγή, όλα αυτά είναι δικές σου σκέψεις. Τις προβάλεις σε εμένα λες και είναι δικές μου, λες και εγώ θα σκεφτόμουν έτσι, αλλά ξέρουμε και οι δυο μας πως ανάμασά μας, εσύ ήσουν που θεώρησες την συμβατηκότητα αδιέξοδο, και τον γάμο καταδίκη. Δεν ήθελες να γίνεις μια ακόμα κοινότυπη μικροαστή. Φυσικά και θα σε παντρευόμουν. Αυτό θα διάλεγα. Όχι γιατί αυτό είναι το σωστό, όχι μονάχα για αυτό. Γιατί εγώ σε αγαπούσα.>> κάνει παύση επίτηδες, για να ακούσει τις λέξεις καθαρά. <<Για αυτό θα σε έκανα γυναίκα μου. Μα εσύ... εσύ δεν μπορούσες να φανταστείς τον εαυτό σου στον ρόλο μητέρας και συζύγου και τελικά επέλεξες μόνο το πρώτο. Και τι κατάλαβες, μου λες. Που πήγες και ζεις με αυτόν τον ηλίθιο, που βάζει τη ζωή σας σε κίνδυνο, που αλλάξατε ονόματα, που ακόμα θεωρεί πως η αλλαγή και οι καλύτεροι καιροί θα έρθουν καίγοντας πρεσβείες και τρομοκρατώντας. Καλύτερη είναι αυτή τη ζωή, από αυτή που θα 'χαμε μαζί; Σε ρωτάω. Μην μου λες πως με άφησες για εμένα, με τέτοιο θράσος. Για εσένα το έκανες. '' φτύνει τα λόγια.

Ήταν τόσο θυμωμένος που ήθελε να δει στο πρόσωπό της την ίδια αγανάκτηση, να του πετάξει χολή, να της γυρίσει οργή. Κάπως έπρεπε να απαλλαγεί από τον πόνο. Μα η Μάρθα μονάχα κλαίει, χωρίς να σκουπίζει τα δάκρυα της και τον κοιτά καθώς αυτός βαριανασαίνει δίχως να στρέφει το σκληρό του βλέμμα αλλού. Όταν τελικά μιλά, η φωνή της είναι σιγανή και σταθερή και ο Αντώνης έρχεται πιο κοντά της γιατί το αφτιά του βουίζουν από την έξαψη και σχεδόν δεν μπορεί να την ακούσει.

<<Όταν πρωτογνωριστήκαμε, σε ζήλευα. Για πολλά πράγματα. Ύστερα όμως σταμάτησα και ο φθόνος έγινε θαυμασμός. Σε θαύμαζα για την τόλμη σου και την αθωότητά σου, για την αίσθηση του καθήκοντος και του μέτρου. Και εγώ... και εγώ έμαθα ότι είμαι έγκυος και ήξερα το ίδιο λεπτό πως θα ήσουν υπέροχος μπαμπάς, ούτε ίχνος αμφιβολίας. Και εγώ... και εγώ τίποτα. Εσύ θα ήσουν υπόδειγμα πατρικής φιγούρας και εγώ θα ήμουν μια κακοφτιαγμένη καρικατούρα μητέρας που κάνει το ένα λάθος μετά το άλλο, και που ποτέ δεν είναι αρκετή, όπως πάντα. Εσύ ήσουν δεκαεννιά και κιόλας άνδρας, και εγώ ήμουν περισσότερο κορίτσι παρά γυναίκα. Χωρίς μάνα να στραφώ, γιατί η δική μου ήταν εκεί για φωτογραφίες και τραπέζια, και μετά σιωπή. Και σε άφησα. Φοβήθηκα. Η ντροπή με έδιωξε μακριά. Η ντροπή και ο φόβος πως θα σε έβλεπαν μαζί μου και θα έλεγαν ''Καλύτερη δεν μπορούσε να βρει; Μια που να του αξίζεις''.

>>Για όσα είπες, έχεις δίκιο. Μην νομίζεις πως δεν το γνωρίζω. Πήρα μια απόφαση και θα ζω με τις συνέπειές της για πάντα. Το βλέπω το λάθος μου. Θα ήταν καλύτερα να με σιχαίνεσαι μα να σε έχει δίπλα του ο μικρός, παρά να με σιχαίνεσαι και να μην σε έχει. Όμως, του έδωσα το όνομά σου και του μιλούσα για εσένα. Για να σε μάθει, για να ξέρει τι είδους άνθρωπος είναι ο μπαμπάς του. Δεν ήθελα να μην σε γνωρίσει ποτέ – ξέρω, πολύ ανήθικο εκ μέρους μου όταν εγώ η ίδια τον πήρα μακριά σου.

>>Ακόμα δεν καταλαβαίνει, είναι μικρός και με αγαπάει υπερβολικά, αλλά μια μέρα, σε πέντε έξι χρόνια όταν θα έχει βάλει τα πράγματα κάτω και θα καταλήξει στα συμπεράσματά του, θα γυρίσει να με ρωτήσει ''γιατί μου τον στέρησες'' και δεν θα ξέρω πως να του το πω. Πως θα του πω πως φοβήθηκα και το έβαλα στα πόδια, πως το ζεστό σπιτικό που μου πρόσφερες μου ήταν τόσο άγνωστο που έτρεξα μακριά και μαζί με εμένα, έκλεψα την ευκαιρία του γιου μας να μεγαλώσει σε αυτό.>> παίρνει μια βαθιά ανάσα, τρεμάμενη. Ο Αντώνης νομίζει πως έχει τελειώσει, μα η Μάρθα θέλει κι άλλο να του ραγίσει τη καρδιά.

<<Ξέρω πως δεν έχει σημασία για εσένα, αλλά θέλω να ξέρεις πως αν δεν με συγχωρήσεις ποτέ, δεν πειράζει. Ούτε και εγώ θα με συγχωρήσω ποτέ. Τώρα που τον έχω δει μαζί σου, με την οικογένειά σου, είναι λες και είναι για πρώτη φορά ολόκληρος. Η γνώση πως εγώ ευθύνομαι που το παιδί μου ήταν λειψό τόσα χρόνια δεν θα με αφήσει ποτέ να με συγχωρήσω.>>

Είναι πολύ κοντά τώρα, πιο κοντά από ότι είναι σωστό.

<<Ίσως καλύτερα αν δεν με συγχωρήσεις ποτέ. Έτσι τουλάχιστον, αν και οι δυο μας είμαστε ανίκανοι να δείξουμε συγχώρεση, να μην νιώθω τόσο ανεπαρκής.>>

Είναι τόσο κοντά που βλέπει το κόψιμο στο μάγουλό του και τις φακίδες που είχε κάποτε το δικαίωμα να χαϊδεύει.

<<Να με μισείς, να μην νιώθω λίγη. Κάνε μου την χάρη.>>